στο λεξικό PONS
άσκησ|η <-εις> [ˈascisi] SUBST θηλ
1. άσκηση (σωματική ή πνευματική εκγύμναση, μάθημα):
- άσκηση
- Übung θηλ
- κάνει δυο ώρες άσκηση την ημέρα
- er übt zwei Stunden am Tag
- γραπτή/προφορική άσκηση
- schriftliche/mündliche Übung θηλ
- γυμναστική άσκηση
- Gymnastikübung θηλ
- διατατική άσκηση
- Dehnungsübung θηλ
- μαθηματική άσκηση
- Mathematikübung θηλ
- οφθαλμική άσκηση
- Augenübung θηλ
- άσκηση χαλάρωσης
- Entspannungsübung θηλ
- τετράδιο ουδ ασκήσεων
- Übungsheft ουδ
2. άσκηση (εξάσκηση, επιβολή):
- άσκηση
- Ausübung θηλ
- άσκηση δικαιώματος
- Ausübung θηλ eines Rechts
- άσκηση ενός επαγγέλματος
- Ausübung θηλ eines Berufs
- άσκηση επαγγέλματος
- Berufsausübung θηλ
- άσκηση εξουσίας/πίεσης
- Ausübung θηλ von Macht/Druck
- άσκηση εργασίας
- Tätigkeitsausübung θηλ
- απαγόρευση θηλ άσκησης επαγγέλματος
- Berufsverbot ουδ
3. άσκηση (καθήκοντος):
- άσκηση
- Erfüllung θηλ
4. άσκηση ΣΤΡΑΤ:
- άσκηση
- Manöver ουδ
ασκηση SUBST
- ασκηση ετοιμότητας
- Bereitschaftsübung
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- άσκηση θηλ επιτηδεύματος
- Gewerbeausübung θηλ
- μαθηματική άσκηση
- Mathematikübung θηλ
- οφθαλμική άσκηση
- Augenübung θηλ
- άσκηση χαλάρωσης
- Entspannungsübung θηλ
- άσκηση δικαιώματος
- Ausübung θηλ eines Rechts