στο λεξικό PONS
έβδομ|ος <-η, -ο> [ˈɛvðɔmɔs] ΕΠΊΘ
- έβδομος
- siebte(r, s)
- φτάνω έβδομος/έβδομη
- als Siebter/Siebte ankommen
- βγήκε έβδομος (σε αγώνα)
- er wurde Siebter
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βγήκε έβδομος (σε αγώνα)
- er wurde Siebter
- δέκατος έβδομος
- siebzehnter
- φτάνω έβδομος/έβδομη
- als Siebter/Siebte ankommen