στο λεξικό PONS
ακολουθ|ώ <-είς [ή -άς], -ησα, -ήθηκα> [akɔluˈθɔ] VERB μεταβ/αμετάβ
1. ακολουθώ (και: δρόμο, συμβουλή, μόδα):
- ακολουθώ κάποιον/κάτι
- folgen jdm/einer Sache
2. ακολουθώ (η αστυνομία τον κλέφτη):
- ακολουθώ κάποιον
- verfolgen jdn
3. ακολουθώ (διαταγές):
- ακολουθώ κάτι
- befolgen eine Sache
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ακολουθώ δίαιτα
- Diät halten
- ακολουθώ το παράδειγμα κάποιου
- jds Beispiel δοτ folgen
- εγώ ακολουθώ άλλη γραμμή
- ich verfolge eine andere Linie
- ακολουθώ τα ίχνη κάποιου
- jds Spuren folgen
- ακολουθώ κάποιον κατά πόδας
- jdm auf den Fersen sein