στο λεξικό PONS
τρέφω <έθρεψα, τράφηκα [ή θράφηκα], θρεμμένος> [ˈtrɛfɔ] VERB μεταβ
1. τρέφω (δίνω τροφή):
- τρέφω
- ernähren
2. τρέφω μτφ (ελπίδες, αισθήματα):
- τρέφω
- hegen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τρέφω ελπίδες
- Hoffnungen hegen
- τρέφω φιλία για κάποιον
- freundschaftliche Gefühle für jdn hegen
- κρατάω/τρέφω έχθρα για κάποιον
- Hass gegen jdn hegen
- (δεν) έχω/τρέφω αυταπάτες για κάτι
- sich (keine) Illusionen über etw machen