στο λεξικό PONS
I. πεισματάρ|ης <-α, -ικο> [pizmaˈtaris] ΕΠΊΘ
- πεισματάρης
- trotzig
II. πεισματάρ|ης <-α, -ικο> [pizmaˈtaris] SUBST αρσ/θηλ
- πεισματάρης
- Trotzkopf αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.