στο λεξικό PONS
βέβαια [ˈvɛvɛa], βεβαίως [vɛˈvɛɔs] ΕΠΊΡΡ
- βέβαια
- natürlich
- του το είπες; - βέβαια!
- hast du es ihm gesagt? - natürlich!
- όχι βέβαια!
- natürlich nicht!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- όχι βέβαια!
- natürlich nicht!
- του το είπες; - βέβαια!
- hast du es ihm gesagt? - natürlich!
- παραδέχομαι βέβαια πως …
- ich gebe natürlich zu, dass …
- βέβαια, δεν τρώει και πίτουρα
- natürlich, er ist ja nicht blöd