στο λεξικό PONS
τύχη [ˈtiçi] SUBST θηλ
1. τύχη (καλή τύχη):
- τύχη
- Glück ουδ
- έχω τύχη
- Glück haben
- έχω τύχη βουνό
- ein Riesenglück haben
- δοκιμάζω την τύχη μου
- sein Glück versuchen
- κάνω την τύχη μου
- sein Glück machen
- καλή τύχη!
- viel Glück!
2. τύχη (μοίρα):
- τύχη
- Schicksal ουδ
- στην τύχη
- auf gut Glück
- αφήνω κάποιον στην τύχη του
- jdn seinem Schicksal überlassen
- δεν αφήνω τίποτα στην τύχη
- nichts dem Schicksal überlassen
3. τύχη (σύμπτωση):
- τύχη
- Zufall αρσ
- κατά τύχη
- zufällig
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καλή τύχη!
- viel Glück!
- στην τύχη
- auf gut Glück
- κατά τύχη
- zufällig
- έχω τύχη
- Glück haben
- καλή τύχη
- Glück ουδ