στο λεξικό PONS
βοήθεια [vɔˈiθia] SUBST θηλ
- βοήθεια
- Hilfe θηλ
- βοήθεια!
- Hilfe!
- καλώ κάποιον σε βοήθεια
- jdn zu Hilfe rufen
- ζητώ τη βοήθεια κάποιου
- jdn um Hilfe bitten
- δίνω βοήθεια σε κάποιον
- jdm Hilfe leisten
- παρέχω βοήθεια
- Hilfe leisten
- προσφέρω τη βοήθειά μου σε κάποιον
- jdm seine Hilfe anbieten
- ήρθε σε βοήθειά μου +γεν
- er kam mir zu Hilfe
- ήρθε σε βοήθειά μου +γεν
- mit Hilfe +γεν
- βοήθεια προς τις αναπτυσσόμενες χώρες, αναπτυξιακή βοήθεια
- Entwicklungshilfe θηλ
- ανθρωπιστική βοήθεια
- humanitäre Hilfe θηλ
- διεθνής βοήθεια
- internationale Hilfe θηλ
- οικονομική βοήθεια ΠΟΛΙΤ
- Wirtschaftshilfe θηλ
- πρώτες βοήθειες
- erste Hilfe θηλ
- δίνω τις πρώτες βοήθειες σε κάποιον
- jdm erste Hilfe leisten
- παράλειψη θηλ οφειλόμενης βοήθειας ΝΟΜ
- unterlassene Hilfeleistung θηλ
- σταθμός αρσ πρώτων βοηθειών
- Sanitätswache θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βοήθεια!
- Hilfe!
- περιφερειακή βοήθεια (της ΕΕ)
- Regionalförderung θηλ
- αναπτυξιακή βοήθεια
- Entwicklungshilfe θηλ
- παρέχω βοήθεια
- Hilfe leisten
- ανθρωπιστική βοήθεια
- humanitäre Hilfe θηλ