στο λεξικό PONS
γιατρός [jaˈtrɔs] SUBST mf, γιατρίνα [jaˈtrina], γιάτρισσα [ˈjatrisa] SUBST θηλ
- γιατρός
- Arzt αρσ (Ärztin) θηλ
- αγροτικός γιατρός
- Landarzt αρσ
- γιατρός ασφαλιστικού ταμείου
- Kassenarzt αρσ
- ειδικός/ειδικευμένος γιατρός
- Facharzt αρσ
- γιατρός επιχείρησης
- Betriebsarzt αρσ
- εφημερεύων γιατρός
- Dienst habender Arzt αρσ
- οικογενειακός γιατρός
- Hausarzt αρσ
- αυτός χρειάζεται γιατρό οικ (δεν είναι στα καλά του)
- der muss mal zum Arzt
γιατρός SUBST
- συμβεβλημένος γιατρός αρσ
- Vertragsarzt αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αγροτικός γιατρός
- Landarzt αρσ
- ειδικευμένος γιατρός
- Facharzt αρσ
- γιατρός επιχείρησης
- Betriebsarzt αρσ
- εφημερεύων γιατρός
- Dienst habender Arzt αρσ
- οικογενειακός γιατρός
- Hausarzt αρσ