στο λεξικό PONS
προσωριν|ός <-ή, -ό> [prɔsɔriˈnɔs] ΕΠΊΘ
- προσωρινός
- vorläufig, Zwischen-
- αυτά είναι μόνο προσωρινά
- das ist nur vorläufig so
- προσωρινό αποτέλεσμα
- vorläufiges Ergebnis ουδ
- προσωρινό αποτέλεσμα
- Zwischenergebnis ουδ
προσωρινός ΕΠΊΘ
- προσωρινός (παροδικός)
- vorübergehend
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προσωρινός ισολογισμός
- Zwischenbilanz θηλ
- προσωρινός προϋπολογισμός
- Haushaltsvoranschlag αρσ