στο λεξικό PONS
I. αδειά|ζω <-σα, -σμένος> [aˈðjazɔ] VERB μεταβ
1. αδειάζω (δοχείο):
- αδειάζω
- leer machen, ausleeren
2. αδειάζω (περιεχόμενο):
- αδειάζω
- ausleeren
3. αδειάζω (κάνω ελεύθερο: μέρος, θέση κτλ):
- αδειάζω
- frei machen
- άδειασέ μου τη γωνιά!
- (komm,) verschwinde!
II. αδειά|ζω <-σα, -σμένος> [aˈðjazɔ] VERB αμετάβ
1. αδειάζω (κενώνομαι):
- αδειάζω
- leer werden
2. αδειάζω (γίνομαι ελεύθερος: θέση κτλ):
- αδειάζω
- frei werden
3. αδειάζω (έχω καιρό):
- αδειάζω
- Zeit haben
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.