στο λεξικό PONS
I. προδ|ίνω [prɔˈðinɔ], προδ|ίδω [prɔˈðiðɔ] <-ωσα, -όθηκα, -ομένος> VERB μεταβ
- προδίνω
- verraten
II. προδίνομαι o προδίδομαι VERB αυτοπ ρήμα
- προδίνομαι o προδίδομαι
- sich verraten
- προδόθηκες!
- du hast dich verraten!
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.