στο λεξικό PONS
έλεος [ˈɛlɛɔs] SUBST ουδ
- έλεος
- Erbarmen ουδ
- δείχνω έλεος σε κάποιον
- mit jdm Erbarmen haben
- δε δείχνω έλεος
- kein Erbarmen kennen
- ζητώ έλεος από κάποιον
- jdn um Gnade bitten
- έλεος!
- Erbarmen!, Gnade!
- αφήνομαι στο έλεος κάποιου
- sich jdm auf Gnade und Ungnade ausliefern
- είμαι στο έλεος κάποιου
- jdm auf Gnade und Ungnade ausgeliefert sein
- ελέω θεού
- durch die Gnade Gottes
- αδελφή θηλ του ελέους
- Barmherzige Schwester θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έλεος!
- Erbarmen!, Gnade!
- δείχνω έλεος σε κάποιον
- mit jdm Erbarmen haben
- ζητώ έλεος από κάποιον
- jdn um Gnade bitten
- αφήνομαι στο έλεος κάποιου
- sich jdm auf Gnade und Ungnade ausliefern
- είμαι στο έλεος κάποιου
- jdm auf Gnade und Ungnade ausgeliefert sein