στο λεξικό PONS
ώρα [ˈɔra] SUBST θηλ
1. ώρα (χρονικό διάστημα):
- ώρα
- Stunde θηλ
- άργησε μισή/μία ώρα
- es hat eine halbe/eine Stunde gedauert
- σε μια ώρα θα 'ρθει
- in einer Stunde kommt er
- τρέχαμε με 180 χιλιόμετρα την ώρα
- wir fuhren mit 180 Stundenkilometer
- από δω είναι δυο ώρες με τα πόδια
- von hier aus sind es zu Fuß zwei Stunden
- επί ώρες
- stundenlang
- πληρώνεται με την ώρα
- er wird stundenweise bezahlt
- 24 ώρες το εικοσιτετράωρο
- 24 Stunden täglich
- θερινή ώρα
- Sommerzeit θηλ
- τοπική ώρα
- Ortszeit θηλ
- ώρες θηλ πλ (κυκλοφοριακής) αιχμής
- Hauptverkehrszeit θηλ ενικ
- ώρες θηλ πλ γραφείου
- Öffnungszeiten θηλ πλ
- ώρες θηλ πλ εργασίας
- Geschäftszeiten θηλ πλ
- ώρα εργασίας
- Arbeitsstunde θηλ
- νυχτερινές ώρες θηλ πλ εργασίας
- Nachtarbeitsstunden θηλ πλ
- ώρες θηλ πλ επισκέψεων (σε γραφείο, καθηγητή)
- Sprechstunde θηλ ενικ
- ώρες θηλ πλ επισκέψεων (σε νοσοκομείο)
- Besuchszeit θηλ ενικ
2. ώρα (του ρολογιού):
- τι ώρα είναι/έχουμε;
- wie spät ist es/haben wir?, wie viel Uhr ist es/haben wir?
- έχεις σωστή ώρα;
- hast du die genaue Uhrzeit?
- είναι μία/δύο/τρεις/τέσσερις η ώρα
- es ist ein/zwei/drei/vier Uhr
- στις 5 η ώρα ακριβώς
- um Punkt 5 Uhr
- το τρένο έφτασε στην ώρα του
- der Zug kam pünktlich an
- συνέχεια την ώρα κοίταζε
- er schaute ständig auf die Uhr
- ποιος χτυπάει την πόρτα τέτοια ώρα;
- wer klopft denn zu solcher Stunde/um diese Uhrzeit an der Tür?
- μπορείς να 'ρθεις ό,τι ώρα θέλεις
- du kannst jederzeit kommen
- αύριο τέτοια ώρα
- morgen um diese Zeit
- ώρα αναχώρησης
- Abfahrtszeit θηλ
- ώρα άφιξης
- Ankunftszeit θηλ
- ώρα Greenwich
- Greenwich-Zeit θηλ
- ώρα Greenwich
- Westeuropäische Zeit θηλ
- ώρα κεντρικής Ευρώπης
- mitteleuropäische Zeit θηλ
- Συντονισμένη Παγκόσμια Ώρα
- Weltzeit θηλ
3. ώρα (διάστημα της ημέρας):
- ώρα
- Tageszeit θηλ
- τι ώρα είναι καλύτερα;
- zu welcher Tageszeit ist es am besten?
4. ώρα (χρόνος):
- ώρα
- Zeit θηλ
- όλη την ώρα μας ενοχλούσε
- er störte uns die ganze Zeit
- (δεν) έχεις ώρα;
- hast du (keine) Zeit?
- σκοτώνω την ώρα μου
- seine Zeit totschlagen
- χάνω την ώρα μου
- seine Zeit vergeuden
5. ώρα (στιγμή):
- ώρα
- Moment αρσ
- ήρθαν ακριβώς την ώρα που πήγαινα να …
- sie kamen genau in dem Moment, als ich gerade … wollte
- την ώρα που τρώγαμε
- als wir gerade aßen
- η ώρα της αλήθειας
- die Stunde θηλ der Wahrheit
- ήρθε η ώρα του
- seine Zeit ist gekommen
- δεν είναι ώρα τώρα για τέτοιες συζητήσεις
- es ist jetzt nicht der richtige Moment/Zeitpunkt für solche Gespräche
- το καθένα με την ώρα του
- alles zu seiner Zeit
- είναι ώρα να μάθεις τι μας είπε …
- es ist Zeit, dass du erfährst, was uns … gesagt hat
- δε βλέπω την ώρα να κάνω κάτι
- es nicht erwarten können, etw zu tun
- της ώρας (φαγητό)
- à la carte
ώρα SUBST
- πολλή/λίγη ώρα (για χρονικό διάστημα)
- lange/kurz
ώρα SUBST
- την ώρα που άνοιγα την πόρτα
- als ich gerade die Tür aufmachte
ώρα SUBST
- φτάνω στην ώρα μου
- pünktlich ankommen
ώρα SUBST
- ώρες ώρες
- manchmal
ώρα SUBST
- όση ώρα στεκόμουν εκεί
- solange ich dort stand
ώρα SUBST
- μετά τις 8 η ώρα
- nach 8 Uhr
ώρα SUBST
- πόση ώρα;
- wie lang(e)?
- πόση ώρα έκανες να 'ρθεις;
- wie lange hast du gebraucht (um) zu kommen?
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ώρα θηλ ιατρείου
- Sprechstunde θηλ
- θερινή ώρα
- Sommerzeit θηλ
- ώρα εργασίας
- Arbeitsstunde θηλ
- μιάμιση ώρα
- eineinhalb/anderthalb Stunden
- τοπική ώρα
- Ortszeit θηλ