στο λεξικό PONS
ρυθμί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [riθˈmizɔ] VERB μεταβ
1. ρυθμίζω (γενικά: κανονίζω, τακτοποιώ):
- ρυθμίζω
- regeln
2. ρυθμίζω ΜΗΧΑΝΙΚΉ (έχω επίδραση):
- ρυθμίζω
- regeln
- αυτό το εξάρτημα ρυθμίζει την ταχύτητα
- dieses Teil regelt die Geschwindigkeit
3. ρυθμίζω ΜΗΧΑΝΙΚΉ (βάζω εκεί που πρέπει):
- ρυθμίζω
- einstellen
- ρυθμίζω ένα μικροσκόπιο/το καρμπιρατέρ
- ein Mikroskop/den Vergaser einstellen