στο λεξικό PONS
γάμος [ˈɣamɔs] SUBST αρσ
1. γάμος (νόμιμη σύζευξη):
- γάμος
- Heirat θηλ
- δίνω υπόσχεση γάμου σε κάποιον
- jdm das Eheversprechen geben
- κάνω πρόταση γάμου σε κάποιον
- jdm einen Heiratsantrag machen
- θρησκευτικός/πολιτικός γάμος
- kirchliche/standesamtliche Trauung θηλ
- αργυροί/χρυσοί/αδαμάντινοι γάμοι
- silberne/goldene/diamantene Hochzeit θηλ
- εικονικός γάμος
- Scheinehe θηλ
- γάμος συμφέροντος
- Zweckheirat θηλ
- λευκός γάμος
- weiße Hochzeit θηλ
- μικτός γάμος
- Mischehe θηλ
- πρόταση θηλ γάμου
- Heiratsantrag αρσ
- άδεια θηλ γάμου
- Heiratserlaubnis θηλ
- ακυρότητα θηλ γάμου ΝΟΜ
- Ehenichtigkeit θηλ
- ακύρωση θηλ γάμου
- Eheaufhebung θηλ
- πιστοποιητικό ουδ γάμου
- Heiratsurkunde θηλ
- συμβόλαιο ουδ γάμου
- Ehevertrag αρσ
- επέτειος/ημέρα θηλ του γάμου
- Hochzeitstag αρσ
2. γάμος (η τελετή):
- γάμος
- Hochzeit θηλ
- επέτειος θηλ γάμου
- Hochzeitstag αρσ
- ανοιχτός γάμος
- große Hochzeitsfeier θηλ
- όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γκαστρωμένη!
- (jetzt kommt) auch das noch!
- πάρ' τον στο γάμο σου να σου πει «και του χρόνου»
- er lässt keine Gelegenheit aus, ins Fettnäpchen zu treten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πολιτικός γάμος
- standesamtliche Trauung θηλ
- εικονικός γάμος
- Scheinehe θηλ
- γάμος συμφέροντος
- Zweckheirat θηλ
- λευκός γάμος
- weiße Hochzeit θηλ
- μικτός γάμος
- Mischehe θηλ