στο λεξικό PONS
εξαιρετικ|ός <-ή, -ό> [ɛksɛrɛtiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. εξαιρετικός (που αποτελεί εξαίρεση, ειδικός):
- εξαιρετικός
- besondere(r, s)
- μια εξαιρετική περίπτωση
- ein besonderer Fall αρσ
- μια εξαιρετική περίπτωση
- ein Sonderfall αρσ
2. εξαιρετικός (ασυνήθιστος, αξιοθαύμαστος):
- εξαιρετικός
- außergewöhnlich
3. εξαιρετικός (άριστος):
- εξαιρετικός
- ausgezeichnet