στο λεξικό PONS
I. μαλακώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [malaˈkɔnɔ] VERB μεταβ
1. μαλακώνω (κάνω μαλακό):
- μαλακώνω
- weich machen, erweichen
2. μαλακώνω (καταπραΰνω):
- μαλακώνω
- lindern, mildern
II. μαλακώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [malaˈkɔnɔ] VERB αμετάβ
1. μαλακώνω (γίνομαι μαλακός):
- μαλακώνω
- weich werden
2. μαλακώνω μτφ:
- ο άνεμος μαλακώνει
- der Wind lässt nach
- ο καιρός μαλακώνει
- das Wetter wird milder
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.