στο λεξικό PONS
φτώχεια [ˈftɔça] SUBST θηλ
- φτώχεια
- Armut θηλ
- ζω μες στη φτώχεια
- in Armut leben
- τα πολλά λόγια είναι φτώχεια (να αποφεύγεται η φλυαρία)
- in der Kürze liegt die Würze
- τα πολλά λόγια είναι φτώχεια (τελείωσε το θέμα)
- da braucht man gar nicht weiter drüber zu reden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- θλιβερή φτώχεια
- bittere Armut θηλ
- ανεπαίσχυντη φτώχεια
- Armut θηλ , wegen der man sich nicht zu schämen braucht
- η φτώχεια θέλει καλοπέραση παροιμ
- man muss es sich δοτ gut gehen lassen mit dem, was man hat
- ζω μες στη φτώχεια
- in Armut leben
- τον έδερνε η φτώχεια
- die Armut geißelte ihn