στο λεξικό PONS
αίμα <αίματος> [ˈɛma] SUBST ουδ
- αίμα
- Blut ουδ
- βουτηγμένος στο αίμα
- blutverschmiert
- διψώ για αίμα
- nach Blut dürsten
- μπάζω νέο/καινούργιο αίμα (σε μια επιχείρηση)
- (einem Unternehmen) neues/frisches Blut zuführen
- παίρνω πίσω το αίμα μου
- Blutrache üben
- μου άναψαν τα αίματα
- mir kochte das Blut in den Adern
- μου πάγωσε το αίμα
- mir stockte das Blut in den Adern
- του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι
- er war sehr erregt
- χύνω το αίμα μου για κάποιον
- für jdn durchs Feuer gehen
- το 'χει στο αίμα του
- es liegt ihm im Blut
- το ίδιο μου το αίμα (τα παιδιά μου)
- mein eigen Fleisch und Blut
- το αίμα νερό δε γίνεται παροιμ
- Blut ist dicker als Wasser
- καθαρό αίμα μτφ
- reines Blut ουδ
- ανάλυση θηλ αίματος
- Blutuntersuchung θηλ
- ανάλυση θηλ αίματος
- Blutanalyse θηλ
- δότης/δότρια αρσ/θηλ αίματος
- Blutspender(in) αρσ (θηλ)
- λήψη θηλ αίματος
- Blutabnahme θηλ
- λουτρό ουδ αίματος
- Blutbad ουδ
- μετάγγιση θηλ αίματος
- Bluttransfusion θηλ
- ομάδα θηλ αίματος
- Blutgruppe θηλ
- τράπεζα θηλ αίματος
- Blutbank θηλ
- συγγενής εξ αίματος
- blutsverwandt
αίμα SUBST
- γενική αίματος θηλ
- allgemeine Blutuntersuchung θηλ
- γενική αίματος θηλ
- Blutbild ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φλεβικό αίμα
- venöses Blut ουδ
- καθαρό αίμα μτφ
- reines Blut ουδ
- τιμή θηλ λιπιδίων στο αίμα
- Blutfettwert αρσ
- το αίμα έτρεχε βρύση
- das Blut floss in Strömen
- επίπεδο οινοπνεύματος στο αίμα
- Blutalkoholspiegel αρσ