στο λεξικό PONS
εκδίδω <εξέδωσα, εκδόθηκα, εκδομένος> [ɛkˈðiðɔ] VERB μεταβ
1. εκδίδω (βιβλίο, εφημερίδα):
- εκδίδω
- herausbringen
2. εκδίδω (διαβατήριο, επιταγή, απόδειξη, πιστοποιητικό):
- εκδίδω
- ausstellen
3. εκδίδω (διαταγή):
- εκδίδω
- erteilen
4. εκδίδω (δικαστική απόφαση):
- εκδίδω
- verkünden
5. εκδίδω (αποτελέσματα εξετάσεων):
- εκδίδω
- bekannt geben
6. εκδίδω (εγκληματία, κρατούμενο):
- εκδίδω σε
- ausliefern an +αιτ
- εκδίδω κάποιον σε άλλη χώρα
- jdn an ein anderes Land ausliefern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εκδίδω δελτίο παροχής υπηρεσιών
- eine Rechnung ausstellen
- εκδίδω μια ανθολογία
- eine Anthologie herausgeben
- εκδίδω μια συναλλαγματική
- einen Wechsel ausstellen
- εκδίδω ένα διαβατήριο
- einen Reisepass/Pass ausstellen
- εκδίδω/εξαργυρώνω μια επιταγή
- einen Scheck ausstellen/einlösen