στο λεξικό PONS
επιτυχία [ɛpitiˈçia] SUBST θηλ
1. επιτυχία (επιτυχής έκβαση):
- επιτυχία
- Erfolg αρσ
- χωρίς επιτυχία
- erfolglos
- είχες επιτυχία;
- hattest du Erfolg?
- έχω επιτυχία σε κάτι
- in etw δοτ Erfolg haben
- η παράσταση είχε μεγάλη επιτυχία
- die Vorführung war ein voller Erfolg
- καλή επιτυχία!
- viel Glück!
- επιτυχία στην αγορά ΟΙΚΟΝ
- Markterfolg αρσ
2. επιτυχία (επίτευξη: σκοπού, στόχου):
- επιτυχία
- Erreichung θηλ
3. επιτυχία (τραγούδι):
- επιτυχία
- Hit αρσ
- οι μεγαλύτερές του επιτυχίες
- seine größten Hits
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χωρίς επιτυχία
- erfolglos
- είχες επιτυχία;
- hattest du Erfolg?
- καλή επιτυχία!
- viel Glück!
- σημειώνω επιτυχία
- erfolgreich sein
- βαδίζω προς την επιτυχία
- auf dem Weg zum Erfolg sein