στο λεξικό PONS
I. τιμ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [tiˈmɔ] VERB μεταβ
1. τιμώ (σέβομαι, απονέμω τιμή):
- τιμώ
- ehren
2. τιμώ (εκτιμώ):
- τιμώ
- schätzen
II. τιμώμαι VERB αυτοπ ρήμα
1. τιμώμαι (με τιμούν):
- τιμώμαι
- geehrt werden
2. τιμώμαι (στοιχίζω):
- τιμώμαι
- kosten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.