στο λεξικό PONS
ελαφρύς
ελαφρύς s. ελαφρός
ελαφρ|ός <-ιά, -ό> [ɛlaˈfrɔs], ελαφρ|ύς [ɛlaˈfris] <-ιά, -ύ>, αλαφρ|ός [alaˈfrɔs] <-ιά, -ό> ΕΠΊΘ
- ελαφρός
- leicht
- ελαφρός σαν πούπουλο
- federleicht
- ελαφρά τη καρδιά, με ελαφριά καρδιά
- leichten Herzens
- με ελαφρά βήματα
- leichten Schrittes
- ελαφρύ βάρος ΑΘΛ
- Leichtgewicht ουδ
ελαφρ|ός <-ιά, -ό> [ɛlaˈfrɔs], ελαφρ|ύς [ɛlaˈfris] <-ιά, -ύ>, αλαφρ|ός [alaˈfrɔs] <-ιά, -ό> ΕΠΊΘ
- ελαφρός
- leicht
- ελαφρός σαν πούπουλο
- federleicht
- ελαφρά τη καρδιά, με ελαφριά καρδιά
- leichten Herzens
- με ελαφρά βήματα
- leichten Schrittes
- ελαφρύ βάρος ΑΘΛ
- Leichtgewicht ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ελαφρύς ύπνος
- Schlummer αρσ