στο λεξικό PONS
- durcheinander
- μπερδεμένος
- vertrackt
- μπερδεμένος
- wirr
- μπερδεμένος
- verkorkst
- μπερδεμένος
- verwirrt
- μπερδεμένος
- konfus
- συγχυσμένος, μπερδεμένος
- unentwirrbar
- αξεμπέρδευτος, μπερδεμένος
- unübersichtlich
- ασαφής, μπερδεμένος
- verflixt
- μπερδεμένος, αδιέξοδος
- verklausuliert
- μπερδεμένος, δυσνόητος
- verwickelt
- μπερδεμένος, περίπλοκος
- wirr
- ανακατωμένος, μπερδεμένος
- zerrissen
- μπερδεμένος, μικτός
- zott(e)lig
- μπερδεμένος, ξεχτένιστος
- schwammig
- μπερδεμένος, ασαφής
- bunt
- μπερδεμένος, ανακατωμένος
- verworren
- μπερδεμένος, συγκεχυμένος