στο λεξικό PONS
I. σκουπί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [skuˈpizɔ] VERB μεταβ
1. σκουπίζω (με σκούπα):
- σκουπίζω
- kehren
- σκουπίζω
- fegen
2. σκουπίζω (αφαιρώ: ακαθαρσία, ιδρώτα κτλ):
- σκουπίζω
- abwischen
- σκούπισέ το αυτό!
- wisch das ab!
3. σκουπίζω (τα χέρια):
- σκουπίζω
- abwischen
- σκουπίζω
- sauber wischen
- σκουπίζω τα χέρια μου
- sich δοτ die Hände abwischen/sauber wischen
4. σκουπίζω (τη μύτη):
- σκουπίζω
- putzen
5. σκουπίζω (τα παπούτσια):
- σκουπίζω
- abputzen, abtreten
- σκουπίζω τα παπούτσια μου (πριν μπω)
- sich die Schuhe abputzen/abtreten
6. σκουπίζω (πίνακα):
- σκουπίζω
- wischen
7. σκουπίζω (στεγνώνω: πιάτα):
- σκουπίζω
- abtrocknen
II. σκουπίζομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. σκουπίζομαι (καθαρίζομαι):
- σκουπίζομαι
- sich abputzen
2. σκουπίζομαι (στεγνώνω το σώμα μου):
- σκουπίζομαι
- sich abtrocknen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σκουπίζω τα χέρια μου
- sich δοτ die Hände abwischen/sauber wischen
- σκουπίζω τα παπούτσια μου (πριν μπω)
- sich die Schuhe abputzen/abtreten
- σκουπίζω τον ιδρώτα από το μέτωπό μου
- sich δοτ den Schweiß von der Stirn wischen