στο λεξικό PONS
όμοι|ος <-α, -ο> [ˈɔmiɔs] ΕΠΊΘ
1. όμοιος (ίδιος):
- όμοιος
- gleich
- αυτά τα δύο είναι όμοια
- diese beiden sind gleich
- αυτό το ποτήρι είναι όμοιο με το άλλο
- dieses Glas ist genau wie das andere
- όμοιος στον όμοιο κι η κοπριά στα λάχανα παροιμ
- Gleich und Gleich gesellt sich gern
2. όμοιος (περίπου ίδιος):
- όμοιος
- ähnlich
όμοιος SUBST
- όμοιος ομοίω αεί πελάζει
- Gleich und Gleich gesellt sich gern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- όμοιος στον όμοιο κι η κοπριά στα λάχανα παροιμ
- Gleich und Gleich gesellt sich gern