στο λεξικό PONS
γνέ|φω <-ψα> [ˈɣnɛfɔ] VERB αμετάβ
1. γνέφω (με το χέρι):
- γνέφω
- winken
- γνέφω σε κάποιον
- jdm zuwinken
2. γνέφω (με τα μάτια ή με το κεφάλι):
- γνέφω σε κάποιον
- jdm ein Zeichen geben
- μου έγνεψε να περιμένω έξω
- er gab mir ein Zeichen, draußen zu warten
3. γνέφω (με το κεφάλι: καταφατικά):
- γνέφω σε κάποιον
- jdm zunicken
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γνέφω σε κάποιον
- jdm zunicken