στο λεξικό PONS
φευγαλέ|ος <-α, -ο> [fɛvɣaˈlɛɔs] ΕΠΊΘ
- φευγαλέος
- flüchtig
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- φέτα
- φετινός
- φετίχ
- φετιχισμός
- φετιχιστής
- φευγαλέος
- φευγάτος
- φεύγω
- φήμη
- φημίζομαι
- φημισμένος