στο λεξικό PONS
προστασία [prɔstaˈsia] SUBST θηλ
- προστασία από
- Schutz αρσ vor +δοτ
- αναλαβαίνω κάποιον υπό την προστασία μου
- jdn in seine Obhut nehmen
- παρέχω προστασία σε κάποιον
- jdm Schutz gewähren
- προστασία των ανηλίκων
- Jugendschutz αρσ
- ασφαλιστική προστασία
- Versicherungsschutz αρσ
- προστασία των δασών
- Waldschutz αρσ
- προστασία δεδομένων
- Datenschutz αρσ
- έννομη προστασία
- Rechtsschutz αρσ
- προστασία των ενοικιαστών/μισθωτών
- Mieterschutz αρσ
- προστασία του εργάτη
- Arbeitnehmerschutz αρσ
- προστασία κατά της ενεχυρίασης
- Pfändungsschutz αρσ
- προστασία των ζώων
- Tierschutz αρσ
- προστασία της ιδιοκτησίας
- Eigentumsschutz αρσ
- προστασία του καταναλωτή
- Verbraucherschutz αρσ
- προστασία του κράτους
- Staatsschutz αρσ
- προστασία των μειονοτήτων
- Minderheitenschutz αρσ
- προστασία μνήμης Η/Υ
- Speicherschutz αρσ
- νομική προστασία
- Rechtsschutz αρσ
- προστασία του περιβάλλοντος
- Umweltschutz αρσ
- προστασία των υδάτων
- Gewässerschutz αρσ
- παιδική προστασία πρίζας
- Steckdosenschutz αρσ
- δικαίωμα ουδ προστασίας
- Schutzrecht ουδ
- συμφωνία θηλ προστασίας ΝΟΜ, ΠΟΛΙΤ
- Schutzabkommen ουδ
- υποχρέωση θηλ προστασίας
- Schutzpflicht θηλ
προστασία SUBST
- αποτελεσματική ένδικη προστασία θηλ EE, ΝΟΜ
- effektiver gerichtlicher Rechtsschutz αρσ τυπικ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προστασία θηλ απορρήτου ΝΟΜ
- Geheimschutz αρσ
- προστασία θηλ υδάτων
- Gewässerschutz αρσ
- προστασία θηλ μισθωτών
- Mieterschutz αρσ
- προστασία θηλ δεδομένων
- Datenschutz αρσ
- προστασία θηλ ευρεσιτεχνίας
- Patentschutz αρσ