στο λεξικό PONS
διορθωτικ|ός <-ή, -ό> [ðiɔrθɔtiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- διορθωτικός
- Korrektur-
- διορθωτικό υγρό
- Korrekturflüssigkeit θηλ
- διορθωτικός φακός
- Korrekturlinse θηλ
- διορθωτικό φίλτρο ΦΩΤΟΓΡ
- Korrekturfilter αρσ o ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διορθωτικός φακός
- Korrekturlinse θηλ