στο λεξικό PONS
ταξί [taˈksi] SUBST ουδ αμετάβλ
- ταξί
- Taxi ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- στάση ταξί
- Taxistand αρσ
- πιάτσα για ταξί
- Taxistand αρσ
- οι επιβάτες αρσ πλ του ταξί
- die Fahrgäste αρσ πλ im Taxi
- ας πάρουμε καλύτερα ένα ταξί, διαφορετικά θα χάσουμε το τρένο
- nehmen wir doch lieber ein Taxi, sonst verpassen wir den Zug