στο λεξικό PONS
I. χρειά|ζομαι <-στηκα> [xriˈazɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ (έχω ανάγκη)
- χρειάζομαι
- brauchen
- χρειάζομαι
- nötig haben
- σε/το χρειάζομαι
- ich brauche dich/es
- το αυτοκίνητο χρειάζεται πλύσιμο
- das Auto hat eine Wäsche nötig/das Auto muss gewaschen werden
- χρειάζεται βάψιμο
- es hat einen Anstrich nötig
- αυτό χρειάζεται πολλή προσοχή
- hier ist viel Vorsicht geboten
- χρειάστηκα τρεις ώρες
- ich habe drei Stunden gebraucht
- πόση ώρα/πόσο χρειάζεσαι για να πας σπίτι;
- wie lange brauchst du, um nach Hause zu gehen?
- όταν το είδα, τα χρειάστηκα
- als ich es sah, rutschte mir das Herz in die Hose
II. χρειά|ζομαι <-στηκα> [xriˈazɔmɛ] VERB απρόσ ρήμα
- χρειάζεται
- nötig sein
- δε χρειάζομαι να του το πεις
- es ist nicht nötig, dass du ihm es sagst
- χρειάστηκαν κι άλλα χρήματα
- es war noch mehr Geld nötig
- αυτό το διαμέρισμα είναι ό,τι χρειάζομαι!
- diese Wohnung ist genau das Richtige!
- μου χρειάζομαι βοήθεια
- ich habe Hilfe nötig
- αυτό μας χρειαζόταν τώρα!
- das hat uns gerade noch gefehlt!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μου χρειάζομαι βοήθεια
- ich habe Hilfe nötig
- δε χρειάζομαι δικηγόρο ειρων
- ich kann mich schon allein verteidigen
- σε/το χρειάζομαι
- ich brauche dich/es
- είναι ακριβώς αυτό που χρειάζομαι
- es ist genau, was ich brauche
- αυτό το διαμέρισμα είναι ό,τι χρειάζομαι!
- diese Wohnung ist genau das Richtige!