στο λεξικό PONS
I. ανόητ|ος <-η, -ο> [aˈnɔitɔs] ΕΠΊΘ
1. ανόητος (αστόχαστος, χαζός):
- ανόητος
- unsinnig
2. ανόητος (ηλίθιος):
- ανόητος
- idiotisch
II. ανόητ|ος <-η, -ο> [aˈnɔitɔs] SUBST αρσ (βλάκας)
- ανόητος
- Idiot αρσ
- ανόητε!
- du Idiot!
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.