στο λεξικό PONS
I. άγι|ος <-α [ή αγία], -ο> [ˈajiɔs] ΕΠΊΘ
- άγιος
- heilig
- η Αγία Γραφή
- die Heilige Schrift θηλ
- αγία κοινωνία
- heilige Kommunion θηλ
- Άγιο Πνεύμα
- Heiliger Geist αρσ
- Αγία Τράπεζα
- Altar αρσ
II. άγι|ος <-α [ή αγία], -ο> [ˈajiɔs] SUBST αρσ/θηλ
- άγιος
- Heilige(r) mf
- έχω άγιο
- einen Schutzengel haben
- των Αγίων Πάντων
- Allerheiligen ουδ
Άγιος Μαρίνος [ˈajiɔs maˈrinɔs] SUBST αρσ
- Άγιος Μαρίνος
- San Marino ουδ
Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες [ˈajiɔs viˈcɛndiɔs cɛ ɣrɛnaˈðinɛs] SUBST
- Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες
- St. Vincent und die Grenadinen
Άγιος Χριστόφορος και Νέβις [ˈajiɔs xrisˈtɔfɔrɔs cɛ ˈnɛvis]
- Άγιος Χριστόφορος και Νέβις
- St. Kitts und Nevis
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- άγιος άρτος
- Heilige Hostie θηλ