στο λεξικό PONS
άδικ|ος <-η, -ο> [ˈaðikɔs] ΕΠΊΘ
1. άδικος (μη δίκαιος):
- άδικος
- ungerecht
2. άδικος (μάταιος):
- άδικος
- vergeblich
- άδικος κόπος
- vergebliche Mühe θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- άδικος κόπος
- vergebliche Mühe θηλ