στο λεξικό PONS
ιδανικ|ός <-ή, -ό> [iðaniˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. ιδανικός (τέλειος):
- ιδανικός
- ideal
2. ιδανικός (που υπάρχει μόνο ως ιδέα):
- ιδανικός
- ideell
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ιδανικός κρύσταλλος
- Idealkristall αρσ
- ιδανικός μετατροπέας
- idealer Wandler αρσ
- ιδανικός μετασχηματιστής
- idealer Transformator αρσ