στο λεξικό PONS
πέμπτ|ος <-η, -ο> [ˈpɛmptɔs] ΕΠΊΘ
- πέμπτος
- fünfte(r, s)
- φτάνω πέμπτος/πέμπτη
- als Fünfter/Fünfte ankommen
- βγήκε πέμπτος (σε αγώνα)
- er wurde Fünfter
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δέκατος πέμπτος
- fünfzehnter
- βγήκε πέμπτος (σε αγώνα)
- er wurde Fünfter
- φτάνω πέμπτος/πέμπτη
- als Fünfter/Fünfte ankommen
- είμαι ο πέμπτος τροχός της αμάξης
- das fünfte Rad am Wagen sein
- είμαι ο τελευταίος/πέμπτος τροχός της αμάξης/άμαξας
- das fünfte Rad am Wagen sein