στο λεξικό PONS
εκφοβί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛkfɔˈvizɔ] VERB μεταβ
- εκφοβίζω
- einschüchtern
- εκφοβίστηκε από τις απειλές του
- er/sie wurde durch seine Drohungen eingeschüchtert
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.