στο λεξικό PONS
διαφων|ώ <-είς, -ησα> [ðiafɔˈnɔ] VERB αμετάβ
1. διαφωνώ (έχω διαφορετική γνώμη):
- διαφωνώ με κάποιον
- verschiedener/anderer Meinung sein als jd
- διαφωνείς;
- bist du anderer Meinung?
- σε αυτό έχω διαφωνώ με τον …
- darin stimme ich mit dem … nicht überein
2. διαφωνώ (δε συμφωνώ):
- διαφωνώ με
- nicht einverstanden sein mit
- διαφωνείς;
- bist du nicht einverstanden?
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σε αυτό έχω διαφωνώ με τον …
- darin stimme ich mit dem … nicht überein