στο λεξικό PONS
ανθεκτικ|ός <-ή, -ό> [anθɛktiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- ανθεκτικός
- widerstandsfähig
- ανθεκτικός στη ζέστη
- hitzebeständig
- ανθεκτικός στο κρύο
- kältebeständig
- ανθεκτικός στο φως
- lichtbeständig
- ανθεκτικός στις παγωνιές
- frostbeständig
- ανθεκτικός στις καιρικές συνθήκες/στον καιρό
- wetterfest
- ανθεκτικός στη φωτιά
- feuerfest
- ανθεκτικός στη φωτιά
- feuerbeständig
- ανθεκτικά χρώματα
- echte Farben θηλ πλ
ανθεκτικός ΕΠΊΘ
- ανθεκτικός ΒΙΟΛ, ΙΑΤΡ
- resistent
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ανθεκτικός στη ζέστη
- hitzebeständig
- ανθεκτικός στο κρύο
- kältebeständig
- ανθεκτικός στο φως
- lichtbeständig
- ανθεκτικός στις παγωνιές
- frostbeständig
- ανθεκτικός στη φωτιά
- feuerfest