στο λεξικό PONS
I. εξαιρ|ώ <-είς, -εσα, -έθηκα, -εμένος> [ɛksɛˈrɔ] VERB μεταβ
1. εξαιρώ (θεωρώ εξαιρετέο, δε συμπεριλαμβάνω):
- εξαιρώ
- ausnehmen
2. εξαιρώ (από καθήκον):
- εξαιρώ
- entbinden
II. εξαιρούμαι VERB αυτοπ ρήμα
- εξαιρούμαι από
- ausgenommen sein von
εξ|αίρω <-ήρα, -άρθηκα, -αρμένος> [ɛˈksɛrɔ] VERB μεταβ (τονίζω ιδιαίτερα)
- εξαίρω
- hervorheben
εξαίρω VERB
- εξαίρω, έξηρα, εξήρθην; απαρέμφ. εξάρει, εξάρθηκα
- jem. loben, etw. betonen, hervorheben