στο λεξικό PONS
ποδοπατ|ώ <-άς [ή -είς], -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [pɔðɔpaˈtɔ] VERB μεταβ
1. ποδοπατώ:
- ποδοπατώ κάτι
- auf etw αιτ treten
- τον ποδοπάτησε το πλήθος
- er wurde von der Menge niedergetrampelt
2. ποδοπατώ μτφ:
- ποδοπατώ τα αισθήματα κάποιου
- auf jds Gefühlen herumtrampeln
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ποδοπατώ κάτι
- auf etw αιτ treten
- ποδοπατώ τα αισθήματα κάποιου
- auf jds Gefühlen herumtrampeln