Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

στο λεξικό PONS

αγορά [aɣɔˈra] SUBST θηλ

1. αγορά (απόκτηση):

αγορά
Kauf αρσ
κάνω καλή αγορά
ein gutes Geschäft machen
κάνω τις αγορές μου
seine Einkäufe erledigen
αγορά με/σε δόσεις
Ratenkauf αρσ
αγορά με δοκιμή
Kauf αρσ auf Probe
αγορά ύστερα από δοκιμή
Kauf θηλ nach Probe
αγορά τοις μετρητοίς
Barkauf αρσ
αγορά με πίστωση/επί πιστώσει
Kreditkauf αρσ
αγορά με πίστωση/επί πιστώσει
Kauf αρσ auf Kredit
επαναληπτικές αγορές
Wiederholungskäufe αρσ πλ
αγορά σε μεγάλη ποσότητα
Großeinkauf αρσ
άμεση αγορά
Direkterwerb αρσ
άμεση αγορά
Direktkauf αρσ
αναγκαστική αγορά
Zwangskauf αρσ
αγορά παρέμβασης
Interventionsankauf αρσ
αγορά κάλυψης
Deckungskauf αρσ
αγορές θηλ πλ μείον πωλήσεις ΟΙΚΟΝ
Nettozugang αρσ
αγορά ακινήτου
Immobilienkauf αρσ
αγορά είδους ΟΙΚΟΝ
Spezifikationskauf αρσ
αγορά μετοχών
Aktienkauf αρσ
παρορμητική αγορά
Spontankauf αρσ
αγορά επί πιστώσει
Kreditkauf αρσ
προθεσμιακή αγορά
Terminkauf αρσ
αγορά τίτλων
Effektenkauf αρσ
ενδιαφερόμενος/ενδιαφερόμενη αρσ/θηλ για αγορά
Kaufinteressent(in) αρσ (θηλ)
δίκαιο ουδ αγοράς ΝΟΜ
Kaufrecht ουδ
δικαίωμα ουδ αγοράς ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Kaufoption θηλ
σήμα ουδ αγοράς ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Kaufsignal ουδ

2. αγορά (το μέρος):

αγορά
Markt(platz) αρσ
λαϊκή αγορά
Wochenmarkt αρσ

3. αγορά ΟΙΚΟΝ:

αγορά
Markt αρσ
κατακλύζω την αγορά
den Markt überschwemmen
αγορά ακινήτων
Immobilienmarkt αρσ
αναπτυξιακή αγορά
Wachstumsmarkt αρσ
ανοιχτή αγορά
offener Markt αρσ
ανταγωνιστική αγορά
Wettbewerbsmarkt αρσ
γεωργική αγορά
Agrarmarkt αρσ
δευτερεύουσα αγορά
Nebenmarkt αρσ
αγορά διάθεσης
Absatzmarkt αρσ
διεθνής αγορά
internationaler Markt αρσ
δοκιμαστική αγορά
Testmarkt αρσ
εγχώρια αγορά
Heimatmarkt αρσ
εγχώρια αγορά
Binnenmarkt αρσ
ελεγχόμενη αγορά
geschlossener/geregelter Markt αρσ
αγορά ενέργειας
Energiemarkt αρσ
αγορά εξαγωγών, εξαγωγική αγορά
Exportmarkt αρσ
εξωτερική αγορά, αγορά εξωτερικού
Auslandsmarkt αρσ
αγορά εναερίων συγκοινωνιών
Luftverkehrsmarkt αρσ
αγορά εργασίας
Arbeitsmarkt αρσ
εσωτερική αγορά εργασίας
inländischer Arbeitsmarkt αρσ
εξέλιξη θηλ της αγοράς εργασίας
Arbeitsmarktentwicklung θηλ
αγορά εσωτερικού, εσωτερική αγορά
Binnenmarkt αρσ
ενιαία εσωτερική αγορά
einheitlicher Binnenmarkt αρσ
ευρωνομισματική αγορά
Eurogeldmarkt αρσ
αγορά ευρωπαϊκών ομολόγων
Euroanleihemarkt αρσ
καταναλωτική αγορά
Verbrauchermarkt αρσ
αγορά κατοικιών
Wohnungsmarkt αρσ
αγορά κεφαλαίου
Kapitalmarkt αρσ
η Κοινή Αγορά
der Gemeinsame Markt αρσ
κτηματική αγορά
Grundstücksmarkt αρσ
λιανική αγορά
Einzelhandelsmarkt αρσ
μαύρη αγορά
Schwarzmarkt αρσ
χρηματιστηριακή μαύρη αγορά
schwarze Börse θηλ
αγορά μετοχών
Aktienmarkt αρσ
αγορά ναύλων
Chartermarkt αρσ
οργανωμένη αγορά
organisierter Markt αρσ
συμβατική όροι αρσ πλ της αγοράς
Marktkonventionen θηλ πλ
παγκόσμια αγορά
Weltmarkt αρσ
αγορά (του) περιβάλλοντος
Umweltmarkt αρσ
αγορά προμηθειών
Beschaffungsmarkt αρσ
αγορά σιτηρών
Getreidemarkt αρσ
αγορά συναλλάγματος
Devisenmarkt αρσ
τέλεια αγορά
vollkommener Markt αρσ
αγορά τίτλων
Effektenmarkt αρσ
αγορά τοποθέτησης νεοεκδοθέντων τίτλων δημόσιας εγγραφής
Emissionsmarkt αρσ
τηλεπικοινωνιακή αγορά
Telekommunikationsmarkt αρσ
υπερπόντια αγορά
Überseemarkt αρσ
αγορά χρεωγράφων
Wertpapiermarkt αρσ
χρηματιστηριακή αγορά
Börsenmarkt αρσ
χρηματιστηριακή αγορά
Aktienmarkt αρσ
δείκτης αρσ χρηματιστηριακής αγοράς
Aktienmarktindex αρσ
δυνάμεις θηλ πλ της αγοράς
Marktkräfte θηλ πλ
κατάσταση θηλ της αγοράς
Marktsituation θηλ
εκτίμηση θηλ της κατάστασης της αγοράς
Markteinschätzung θηλ
Καταχώριση OpenDict

αγορά SUBST

χονδρική αγορά (μέρος) θηλ
Großhandelsmarkt αρσ

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

αγορά εξαγωγών, εξαγωγική αγορά
Exportmarkt αρσ
εξωτερική αγορά, αγορά εξωτερικού
Auslandsmarkt αρσ
αγορά εσωτερικού, εσωτερική αγορά
Binnenmarkt αρσ
αγορά θηλ μεριδίου
Anteilserwerb αρσ
αγορά θηλ διαμερίσματος
Wohnungskauf αρσ