στο λεξικό PONS
I. δι|αγράφω <-έγραψα, -αγράφ(τ)ηκα, -αγραμμένος> [ðiaˈɣrafɔ] VERB μεταβ
1. διαγράφω (σχεδιάζω):
- διαγράφω
- zeichnen
2. διαγράφω (σβήνω):
- διαγράφω
- streichen
3. διαγράφω (δίνω σε γενικές γραμμές):
- διαγράφω
- umreißen
- διαγράφω το σχέδιό μου
- seinen Plan umreißen
4. διαγράφω (τροχιά):
- διαγράφω ΦΥΣ, ΑΣΤΡΟΝ
- beschreiben
- διαγράφει κύκλο
- es beschreibt einen Kreis
II. διαγράφομαι VERB αυτοπ ρήμα μτφ (διαφαίνομαι)
- διαγράφομαι
- sich abzeichnen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διαγράφω το σχέδιό μου
- seinen Plan umreißen