στο λεξικό PONS
σημασία [simaˈsia] SUBST θηλ (έννοια, σπουδαιότητα)
- σημασία
- Bedeutung θηλ
- δεν καταλαβαίνω τη σημασία του
- ich verstehe nicht, was es bedeutet
- έχει μεγάλη σημασία
- es ist sehr wichtig/es ist von großer Bedeutung
- έχει μεγάλη σημασία για μένα
- es ist sehr wichtig für mich
- (και) τι σημασία έχει αυτό; (είναι αδιάφορο)
- was hat das zu sagen?
- και τι σημασία έχει αν εγώ δε θέλω να …;
- was spielt das schon für eine Rolle, wenn ich nicht … will?
- δε δίνω σημασία σε κάτι
- etw nicht beachten/auf etw αιτ nicht achten
- μην του δίνεις σημασία
- beachte ihn nicht
- αποδίδω μεγάλη σημασία σε κάτι
- großen Wert auf etw αιτ legen
- κύρια σημασία
- Hauptbedeutung θηλ
- διαφορά θηλ σημασίας
- Bedeutungsunterschied αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κύρια σημασία
- Hauptbedeutung θηλ
- δεν έχει σημασία - πώς δεν έχει (σημασία)!
- es ist nicht wichtig - und ob es wichtig ist!
- μην του δίνεις σημασία
- beachte ihn nicht
- η καθαυτό σημασία
- die eigentliche Bedeutung
- έχει δευτερεύουσα σημασία
- es ist von zweitrangiger Bedeutung