στο λεξικό PONS
I. καίω <έκαψα, κάηκα, καμένος> [ˈcɛɔ] VERB μεταβ
- καίω
- verbrennen
- έκαψε τα έπιπλά του
- er hat seine Möbel verbrannt
- σήμερα θα το κάψουμε
- heute hauen wir auf die Pauke
II. καίω <έκαψα, κάηκα, καμένος> [ˈcɛɔ] VERB αμετάβ
1. καίω (φως, κερί):
- καίω
- brennen
- γιατί καίει το φως;
- warum brennt das Licht?, warum ist das Licht an?
2. καίω (είμαι καυτός):
- καίω
- heiß sein
- η σούπα καίει
- die Suppe ist heiß
III. καίγομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. καίγομαι (πράγμα):
- καίγομαι
- verbrennen
- το ξύλο κάηκε
- das Holz ist verbrannt
- καρφί δεν του καίγεται! οικ
- das ist ihm völlig schnuppe!
- καίγομαι από έρωτα
- vor Leidenschaft brennen
- καίγομαι από περιέργεια
- vor Neugierde (fast) sterben
- καίγομαι για κάποιον/κάτι
- nach jdm/etw ganz verrückt sein
2. καίγομαι (καίω τα δάχτυλά μου):
- καίγομαι
- sich verbrennen
- κάηκα στο μάτι της κουζίνας
- ich habe mich an der Kochplatte verbrannt
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καίω τη γούνα κάποιου
- jdn bloßstellen