στο λεξικό PONS
I. κρεμ|ώ [krɛˈmɔ], κρεμ|νώ [krɛmˈnɔ] <-άς, -ασα, -άστηκα, -ασμένος> VERB μεταβ
1. κρεμώ:
- κρεμώ
- hängen
- το κρέμασα στον τοίχο
- ich habe es an die Wand gehängt
- πού να το κρεμάσω;
- wo soll ich es hinhängen
- κρεμώ το κεφάλι μτφ
- den Kopf hängen lassen
- αν … θα σε κρεμάσω ανάποδα! οικ
- wenn …, dreh ich dir den Hals um!
2. κρεμώ (ρούχα):
- κρεμώ
- aufhängen
3. κρεμώ (απαγχονίζω):
- κρεμώ
- hängen
II. κρέμομαι o κρεμιέμαι VERB αυτοπ ρήμα
1. κρέμομαι o κρεμιέμαι (είμαι κρεμασμένος):
- κρέμομαι o κρεμιέμαι
- hängen
- κρέμεται από μια τρίχα και μτφ
- es hängt an einem Faden
2. κρέμομαι o κρεμιέμαι (αυτοκτονώ):
- κρέμομαι o κρεμιέμαι
- sich erhängen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κρεμώ το κεφάλι μτφ
- den Kopf hängen lassen