στο λεξικό PONS
γνωστοποι|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɣnɔstɔpiˈɔ] VERB μεταβ
- γνωστοποιώ
- bekannt geben
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- γνώση
- γνωσιολογία
- γνωσιολογικός
- γνωσιολόγος
- γνώστης
- γνωστοποιώ
- γνωστός
- γόβες
- γογγύζω
- γογγύλι
- γοερός