στο λεξικό PONS
I. συνδέ|ω <-σα, -θηκα, -μένος> [sinˈðɛɔ] VERB μεταβ
1. συνδέω (δυο πράγματα):
- συνδέω
- verbinden
2. συνδέω (συσκευή: σε δίκτυο):
- συνδέω σε
- anschließen an +αιτ
II. συνδέομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. συνδέομαι (επαγγελματικά):
- συνδέομαι
- in Verbindung stehen
2. συνδέομαι (ερωτικά):
- συνδέομαι
- eine Beziehung haben
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.